Όταν τα point guard κάνουν τη διαφορά

Το Μουντομπάσκετ βρίσκεται ολοταχώς προς την ολοκλήρωση του, μιας και ήδη δύο εισιτήρια έχουν δοθεί για τα ημιτελικά και άλλα δύο περιμένουν τους κατόχους τους. Πώς οι point guard είναι αυτοί που οδηγούν τις ομάδες τους στην κορυφή; Το basketblog.gr αναλύει.
Όταν τα point guard κάνουν τη διαφορά

Το μπάσκετ ήταν ανέκαθεν ένα άθλημα στο οποίο επικρατούσαν σε μεγάλο βαθμό οι επαφές και η νοημοσύνη. Όποια ομάδα είχε καλύτερες τοποθετήσεις στο παρκέ, άρα μπορούσε να έχει παίκτες που να έχουν έξυπνες επαφές και να έχουν παίκτες «εγκεφάλους», έφτανε στην κορυφή. Με την πάροδο των χρόνων το μπάσκετ αρχίζει να πηγαίνει στα… πλάγια. Η έλευση των Γκόλντεν Στέιτ Ουόριορς έφερε επανάσταση τακτικά στο μπάσκετ, με τις ομάδες να σκέφτονται περισσότερο το τρίποντο από το καλάθι μέσης ή κοντινής απόστασης. Μαθηματικά αν το πάρει κανείς, το τρίποντο αποτελεί μεγαλύτερο κέρδος από το δίποντο.

Το ελληνικό παράδειγμα

Αυτό που παραμένει αναλλοίωτο στο μπάσκετ όσα χρόνια και αν περάσουν είναι οι παίκτες-εγκέφαλοι. Οι παίκτες εκείνοι που θα είναι οι «προπονητές του παρκέ», που θα καθοδηγήσουν τις ομάδες τους και θα μπορέσουν να τις  φτάσουν κοντά στην επιτυχία. Στην Ελλάδα είχαμε την ευλογία και την τύχη να έχουμε στις μεγαλύτερες διεθνείς επιτυχίες μας, ικανότατους γκαρντ-εγκεφάλους. Ποιος μπορεί να ξεχάσει το Ευρωμπάσκετ του ’87, όταν το δίδυμο των Γκάλη-Γιαννάκη λειτούργησε κάτι παραπάνω από ιδανικά για να έρθει η μεγάλη επιτυχία. Αμφότεροι ήταν οι παίκτες-εγκέφαλοι, με διαφορετικό στυλ βέβαια, με τον «θεό του ελληνικού μπάσκετ» να έχει στο μυαλό του την εκτέλεση και τον «δράκο» τη δημιουργία, όμως «πάντρεμα» αυτών των δύο εγκεφάλων ήταν το ιδεατό.

16 χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 2005 εμφανίστηκαν και άλλοι παίκτες-εγκέφαλοι με τα γαλανόλευκα και έφεραν την Ελλάδα ξανά στην κορυφή της Ευρώπης και εν συνεχεία στη δεύτερη θέση παγκοσμίως. Παίκτες όπως ο Διαμαντίδης, ο Παπαλουκάς, ο Σπανούλης και ο Ζήσης αποτέλεσαν τους «εγκεφάλους» των ομάδων τους σε συλλογικό επίπεδο, πόσω δε μάλλον όταν βρέθηκαν και οι τέσσερις στην ίδια ομάδα και γνώριζαν πολύ καλά τους ρόλους τους.

Δεν βρίσκεις εύκολα «εγκεφάλους»

Η συνταγή των εγκεφαλικών παικτών δεν είναι σαφώς ελληνική. Είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο και ειδικά σε επίπεδο εθνικών ομάδων τέτοιοι παίκτες φαίνεται πως κάνουν τη διαφορά. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Λιθουανίας. Μία ομάδα οι οποία είχε συνηθίσει για πολλά χρόνια να έχει τον εγκεφαλικό και μοιραία σούπερ σταρ παίκτη της στη σύνθεση της, όμως όταν αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, βρέθηκε να είναι σε χαμηλότερο επίπεδο. Θυμηθείτε τη Λιθουανία με τον Σαρούνας Γιασικεβίτσιους στη σύνθεση της. Θα είχαν με αυτούς τους παίκτες την πορεία που κατέγραψαν φέτος στο Μουντομπάσκετ;

Το θεμέλιο του ρόστερ

Το φετινό Μουντομπάσκετ απέδειξε πως αν έχεις έναν «εγκέφαλο» πολύ υψηλού level στο παρκέ, φυσικά μαζί με ικανούς συμπαίκτες, μπορείς να διεκδικήσεις τους στόχους που έχεις θέσει. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Τσεχίας, με τον Τόμας Σατοράνσκι που πέτυχε μία υπέρβαση μεγατόνων, μιας και στην πρώτη της συμμετοχή σε Παγκόσμιο Κύπελλο, βρέθηκε στα προημιτελικά της διοργάνωσης.

Ακόμα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα; Μα φυσικά αυτά του Φακούντο Καμπάτσο και του Ρίκι Ρούμπιο. Μπορεί η Αργεντινή να σαγηνεύει το φίλαθλο κοινό με τον τρόπο που ρίχνονται στη μάχη και μπαίνουν στο παρκέ έτοιμοι για… πόλεμο, υπάρχει όμως ένας point guard στο παρκέ που παρά το μόλις 1,79μ ύψος του, κάνει και με το παραπάνω τη διαφορά. Το αποδεικνύουν άλλωστε και οι αριθμοί του, όντας δεύτερος σε ασίστ στο Μουντομπάσκετ με 8 ασίστ ανά αγώνα, την ώρα που προσφέρει και 13,8 πόντους κατά μέσο όρο. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της Ισπανίας που παρά τις επιτυχίες των προηγούμενων ετών, πέρασε στα… ψιλά γράμματα η ύπαρξη της στο Μουντομπάσκετ και η εμπειρία και η ευστροφία του Ρίκι Ρούμπιο έστειλαν την ομάδα στα ημιτελικά, με τον ίδιο να είναι ο κορυφαίος στα δύο τελευταία παιχνίδια με Σερβία και Πολωνία αντίστοιχα, προσφέροντας συνολικά 15,3 πόντους και 5,5 ασίστ ανά αγώνα.

Το αντίστροφο παράδειγμα

Υπάρχουν όμως και αντίστροφα παραδείγματα. Ομάδων, οι οποίες είχαν το ρόστερ να φτάσουν ψηλά, όμως έλειπε αυτός τοπ παίκτης που θα έκανε τη διαφορά. Η Σερβία είναι μια τέτοια περίπτωση. Σαφώς ο Γιόβιτς αποτελεί έναν εξαιρετικό pass first point guard, οι τραυματισμοί όμως που τον έχουν ταλαιπωρήσει στο παρελθόν, τον έχουν αφήσει και πίσω σε επίπεδο ποιότητας και δεν έχει βρεθεί ποτέ στο κορυφαίο level ανταγωνισμού, να βρεθεί π.χ. σε ένα Final4.

Το μπάσκετ μπορεί να αλλάζει, μπορεί να επηρεάζεται από το ΝΒΑ σε μεγάλο βαθμό, μπορεί να «ακουμπά» περισσότερο στο μακρινό σουτ, οι παίκτες-εγκέφαλοι όμως παραμένουν αναλλοίωτοι στη διάρκεια των χρόνων. Όποιος έχει έναν τέτοιο παίκτη, μπορεί να θέσει τα θεμέλια της ομάδας του.

ΣΧΟΛΙΑ

Εγγραφείτε στο newsletter μας
Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορτάζ και ειδήσεις απο όλο τον μπασκετικό κόσμο