Οι Lakers του LAυρίου τρομάζουν κάθε αντίπαλο

Το Λαύριο συνεχίζει να προελαύνει στα ελληνικά ύδατα, και το basketblog.gr ρίχνει φως στην τρομερή του πορεία.
Οι Lakers του LAυρίου τρομάζουν κάθε αντίπαλο

Ζούμε σε μια χώρα όπου η έκπληξη είναι ακόμα πιο σπάνια από τα ελεύθερα όρια της σφαίρας της, με τη δικαιοσύνη, τις αξίες και τον αθλητισμό και τον καθημερινό ξεπεσμό τους να θεωρούνται πολλάκις ως κάτι το δεδομένο και το άρρηκτα συνηφασμένο με την ελληνική μας ροπή προς την αδιαφορία και τον ξεγυμνυσμό του πάθους και των στιγμών του.

Ωστόσο, υπάρχει μια ομάδα κάπου στην Αθήνα, που τείνει να θυμίζει συνεχώς ένα μικρό Γαλατικό χωριό, που αρνείται πεισματικά να παραδοθεί στις ορέξεις ενός μπασκετικού συστήματος με ισόβιους πρωταθλητές και φιναλίστ.

Κάπου στην Αθήνα, υπάρχει το Λαύριο, η ταπεινότητα, ο εκσυγχρονισμός, η ουσία!

 

Το δύσκολο ξεκίνημα

 

Κάθε προσπάθεια για αλλαγή είναι δύσκολη, με πολλά εμπόδια να φράζουν συνεχώς το δρόμο προς την εξέλιξη και την ανέλιξη.

Έτσι και για το Λαύριο, μια ομάδα που ταλαιπωρήθηκε πολύ από την πανδημία του κορονοϊού στις απαρχές της φετινής Basket League, όπου εκκίνησε με 3 ήττες σε ισάριθμα παιχνίδια από Κολοσσό, ΠΑΟΚ και Ιωνικό, σε αγώνες που -κακά τα ψέματα- δεν ήταν εντός του προγράμματός του η ήττα, και ειδικότερα η άνετη.

Συνολικά, η ομάδα του coach Σερέλη έχασε τα εν λόγω ματς με αθροιστική διαφορά πόντων της τάξης του -43, αριθμός που αγγίζει το -14.5 κατά μέσο όρο!

Έκτοτε όμως, η κατάσταση έχει αλλάξει δραματικά!

 

Από τις 22 Νοεμβρίου 2020, την ημέρα όπου ηττήθηκε από τον Ιωνικό Νικαίας με 81-91 στην έδρα του, το Λαύριο μετράει μέχρι και σήμερα 11 νίκες σε 12 διαθέσιμα παιχνίδια σε όλες τις διοργανώσεις (92%), ενώ μόλις χθες, απέκλεισε τη δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη του πρωταθλήματος ΑΕΚ εκτός της ημιτελικής φάσης του Κυπέλλου (90-85), κερδίζοντάς την για δεύτερη φορά φέτος.

 

Πώς τα έχει καταφέρει όμως, τόσο καλά μια ομάδα που ήταν τελευταία τη τάξει μέχρι και την 4η αγωνιστική του πρωταθλήματος;


1. Σύγχρονο μπάσκετ

 

Η Ελλάδα γεννάει «στρατιώτες». ρολίστες και γενικότερα παίκτες που, μπορεί να βρίσκουν για μια ζωή συμβόλαια και 10λεπτα συμμετοχής, αλλά δεν θα είναι ποτέ οι πρωταγωνιστές των εκάστοτε ομάδων τους, κάτι που -κυρίως- έγκειται στη μανία πρωταθλητισμού των μικρότερων ηλικιακά κατηγοριών, που δεν επενδύουν στη βελτίωση των μπασκετικών χαρακτηριστικών, αλλά της ζώνης και της κατανομής σε θέση ανάλογα με το ύψος (πχ ένα ψηλότερο παιδί θα γαλουχηθεί μονάχα ως «ψηλός»).

Επομένως, είναι ιδιαίτερα αξιέπαινη η τάση του κύριου Σερέλη προς τη σύγχρονη μορφή του μπάσκετ, το spacing και το switchability μέσω small ball και κοντύτερων σχημάτων εν πάσει περιπτώσει.

Πιο συγκεκριμένα, το Λαύριο επιχειρεί 24 τρίποντα ανά αγώνα, την ίδια στιγμή που οι προσπάθειες των διπόντων του είναι μόλις 34, σε ένα ποσοστό που επιβάλλει ουσιαστικά 0.7 επιχειρούμενα μακρινά σουτ για κάθε ένα δίποντο.

Αυτό δεν εξηγείται μονάχα από το γεγονός πως δεν υπάρχει φινετσάτος «ψηλός» στο ρόστερ, που θα μπορούσε αλά Πρίντεζη, Μπουρούση ή Μαργαρίτη να σκοράρει με κλάση στο ζωγραφιστό, αλλά και από την εξυπνάδα του προπονητικού επιτελείου να ψάχνει τους όσο το δυνατόν πιο εύκολους τρόπους σκοραρίσματος.

Υπό αυτή την λογική, το mid range θεωρείται «κακό» και αχρείαστο σουτ, γιατί δεν δίνει το maximum των πόντων και δεν μπορεί -δυνητικά- να φτάσει στις βολές.

Επομένως, το τρίποντο και τα drives είναι τα πιο σύγχρονα μοτίβο της επιθετικής χροιάς μιας σύγχρονης ομάδας, κάτι που από το 2015 κυριαρχεί στο ΝΒΑ, και πλέον γινόμαστε κοινωνοί του και ευρωπαϊκά, με ομάδες η Baskonia, η Khimki και η Alba.

 

Όλο αυτό το σύστημα ωστόσο, θα ήταν καταδικασμένο να αποτύχει, αν οι παίκτες δεν ήταν ικανοί και εύστοχοι να μετουσιώσουν μια καινοτόμο ιδέα σε πράξη.

 

Οι παίκτες του Λαυρίου σουτάρουν με 40% από τη ζώνη του τριπόντου, μια επίδοση που όχι μόνο είναι τρομακτική για τα ελληνικά παραδοσιακά δεδομένα, αλλά και γενικότερα για έναν οργανισμό που -ουσιαστικά- έχει επιλέξει να «ζει και να πεθαίνει» με το μακρινό σουτ.

Ταυτόχρονα, η αθηναϊκή ομάδα είναι 2η στο πρωτάθλημα στις τελικές πάσες με 242 συνολικά (17 ανά αγώνα), πίσω μονάχα από τον Κολοσσό Ρόδου του -ίσως κορυφαίου δημιουργού του πρωταθλήματος- Dominique Artis.

Βέβαια, αν και το Λαύριο οδηγείται 293 φορές στη γραμμή φέτος (3η κορυφαία επίδοση), μετουσιώνει σε πόντους μόλις το 71% τους, ποσοστό που θα πρέπει να βελτιωθεί.


2. Ενεργοί Έλληνες

 

Σύμφωνοι.

Οι ξένοι παίκτες είναι αυτοί που έχουν το μεγαλύτερο αντίκτυπο στην πορεία της ομάδας, αλλά αυτό δεν αφαιρεί τίποτα από τους Έλληνες παίκτες του ρόστερ, που έχουν κερδίσει με το σπαθί τους μια θέση στο rotation.

Εν αρχή φυσικά, ο αρχηγός και ηγέτης του Λαυρίου, Βασίλης Μουράτος, που προ ολίγου κέρδισε μάλιστα και την κλήση του στην 14μελή αποστολή της Εθνικής ομάδας για το τρίτο παράθυρο των προκριματικών του EuroBasket.

Ο Μουράτος αγωνίζεται 28 λεπτά, και μετράει 10.2 πόντους ανά 8.5 επιθέσεις, με 2.4 ριμπάουντ και 5.6 τελικές πάσες, αλλά και 1.1 κλεψίματα ανά παιχνίδι, όντας ένας από τους κομβικότερους παίκτες ενός οργανισμού που παλεύει για την πρώτη τριάδα της Basket League.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει φυσικά, και ο Πέτρος Γερομιχαλός, ένας παίκτης παλαιάς κοπής και χαρακτηριστικών, που έχει όμως, μοχθήσει να αλλάξει το παιχνίδι του.

Πιο συγκεκριμένα, ο έμπειρος center έχει προσαρμοστεί στα δεδομένα του spacing, και πλέον εκτελεί 2.6 τρίποντα ανά παιχνίδι (39%), ενώ τόσα χρόνια επιχειρούσε μόλις 0.8 ανά αγώνα (23%)!
Την ίδια στιγμή, έχει ανεβάσει και τον δείκτη των ασίστ του, αφού πλέον μοιράζει 2 ανά παιχνίδι -0.5 στην καριέρα του-, ενώ είναι κοντά στους μέσους όρους του σε ριμπάουντ και τάπες, με 2.9 και 0.4 αντίστοιχα.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί και η προσπάθεια των Μαστρογιαννόπουλου και Περσίδη, που αγωνίζονται συνολικά περίπου 20 λεπτά κατά μέσο όρο, και αποτελούν ποιοτικές λύσεις με 5 πόντους και 2 ριμπάουντ ανά ματς.


3. Τα wings

 

Το Λαύριο διαθέτει τα ίσως καλύτερα φτερά στο ελληνικό πρωτάθλημα, αφού οι παίκτες που διαθέτει σε αυτό το πλαίσιο μπορούν να κάνουν τα πάντα στο παρκέ, αφού είναι τόσο καλοί σουτέρ όσο και προσαρμοστικοί στην άμυνα σε switches και μορφές ζωνών.

Συνολικά, ο αθηναϊκός σύλλογος αποκτάει περίπου 50 πόντους, 17 ριμπάουντ και 6 κλεψίματα από τα φτερά του, που τον καθιστούν υπερπλήρη σε κάθε σημείο του αγώνα, κόντρα σε κάθε αντίπαλο και πλάνο.

Γενικότερα, ο coach Σερέλη έχει κατορθώσει να συνδυάσει την αθλητικότητα των μεταγραφών του με τα βασικά του αθλήματος, τα οποία είναι και αυτά που έχουν φέρει το Λαύριο στην περίοπτη σημερινή του θέση.

 

Και ποιος ξέρει μέχρι που μπορούν να φτάσουν ακόμα oι Lakers του LAυρίου...;

 

Tags:

ΣΧΟΛΙΑ

Εγγραφείτε στο newsletter μας
Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορτάζ και ειδήσεις απο όλο τον μπασκετικό κόσμο