Για δεύτερη συνεχόμενη εβδομάδα, οι ελληνικές ομάδες θυμίζουν την αξία τους και τη δυναμική που εδώ και πολλά χρόνια τους έχουν χαρίσει μία ξεχωριστή θέση στο «πάνθεον» των κορυφαίων ευρωπαϊκών ομάδων. Ο Παναθηναϊκός, σε ένα κλασικό ντέρμπι της Ευρωλίγκα, υπέταξε την Μπαρτσελόνα στο Κλειστό των Ολυμπιακών Εγκαταστάσεων, ενώ ο Ολυμπιακός των διαρκών απουσιών, ξεπέρασε και το «εμπόδιο» της Αρμάνι Μιλάνο. Τι είναι αυτό, όμως, που έδωσε τη σπουδαία νίκη στους «πράσινους»; Για τους «ερυθρολεύκους» τι μπορεί να περιμένει κανείς, όταν θα είναι πλήρεις;

Ο Μάνος Μανουσέλης αναλύει στο Basketblog.gr την νέα διπλή ελληνική επιτυχία. Αναφέρεται στα στοιχεία που «ξόρκισαν την κατάρα» των εννέα ηττών του Παναθηναϊκού σε ισάριθμους προηγούμενους αγώνες με τους «Μπλαουγκράνα», ενώ μιλάει και για τα «σημεία αναφοράς» της εντυπωσιακής μέχρι τώρα πορείας του Ολυμπιακού. Τέλος, κάνει ιδιαίτερη αναφορά στη μεταγραφή του Σον Τζέιμς, καθώς και το τι μπορεί να προσφέρει στο σύνολο του Γιάννη Σφαιρόπουλου.

«Το πιο μεγάλο αποτέλεσμα της ημέρας για την Ευρωλίγκα, λόγω ονομάτων και κρισιμότητας, ανήκει αναμφισβήτητα στον Παναθηναϊκό. Κατάφερε παίζοντας την καλύτερη άμυνα που έχουν συναντήσει μέχρι τώρα από τον ίδιο με ασφυκτική πίεση πάνω στην μπάλα να τη βγάλει εκτός ρυθμού, με αποτέλεσμα να μη δούμε το επιθετικό παιχνίδι της ομάδας του Πασκουάλ. Δεν κατάφερε, λοιπόν, να βγάλει στο ΟΑΚΑ τους αξιοζήλευτους αυτοματισμούς της, ενώ με την καλή του άμυνα οι «πράσινοι» δημιούργησαν για τους ίδιους ευνοϊκές προϋποθέσεις στην επίθεση, βρίσκοντας αρκετές λύσεις στο ανοικτό γήπεδο. Εκμεταλλεύτηκε το γεγονός, ότι η Μπαρτσελόνα μάλλον δεν ήρθε με την ψυχολογία που θα έπρεπε για ένα τέτοιο ματς και ο Παναθηναϊκός κατάφερε την ώρα που είχε μέσο όρο 72 πόντων, να σκοράρει 93 πόντους απέναντι σε τέτοιο αντίπαλο. Αυτό ήταν και το σημείο-«κλειδί» για την επικράτηση, η οποία έδειξε τι μπορεί να κάνει αυτή η ομάδα. Τέτοια αποτελέσματα, άλλωστε, δίνουν την ευκαιρία στους παίκτες να πιστέψουν στις δυνατότητές τους, με τους Διαμαντίδη, Φελντέιν και Καλάθη να τους οδηγούν. Νομίζω πως για τον Παναθηναϊκό «ξημερώνουν» καλύτερες μέρες.

Είναι βέβαιο, επίσης, ότι υπήρχε για την ομάδα του Σάσα Τζόρτζεβιτς έξτρα κίνητρο, επειδή είχε χάσει εύκολα στο πρώτο μεταξύ τους ματς στη Βαρκελώνη και είναι ασφαλώς «ασυγχώρητο» για κάθε αντίπαλο να μην υπολογίζει τη «βαριά» φανέλα που φορά ο Παναθηναϊκός. Έχω την εντύπωση ότι και οι νεοφερμένοι της ομάδας αρχίζουν να συνειδητοποιούν σε πόσο μεγάλο κλαμπ έχουν υπογράψει και ποια είναι η ευκαιρία που εμφανίζεται για την καριέρα τους. Γι’ αυτό το λόγο, άλλωστε, θεωρώ ότι έρχονται καλύτερες μερες για τον Παναθηναϊκό, καθώς παίκτες όπως ο Ραντούλιτσα ή ο Φελντέιν έχουν παίξει μεν κάποιο μπάσκετ στην καριέρα τους, αλλά όχι σε ομάδα τοπ επιπέδου και εν δυνάμει συμμετέχουσας στο Final-4, άρα αναφερόμαστε σε μία πρωτόγνωρη εμπειρία για τους ίδιους. Χρειάζεται, λοιπόν, χρόνος για την απαραίτητη προσαρμογή και από τη στιγμή που η ομάδα δεν παθαίνει «ζημιές» που θα τη βγάλουν εκτός τροχιάς, κάθε δυσκολία είναι για το καλό της.

Για τον Ολυμπιακό, το πιο σημαντικό από όλα είναι ότι αυτή η ομάδα έχει μάθει πια να παίζει με τις απουσίες της και να στηρίζεται σε μία συγκεκριμένη «ταυτότητα» που ξεκινά από την άμυνα, κάτι που σημαίνει ότι όσα κάνει μέχρι τώρα μπορεί να τα επαναλαμβάνει κάθε βράδυ. Είναι μία κατάσταση που του δίνει τη δυνατότητα απέναντι σε κάθε αντίπαλο, να ψάχνει απλά τον τρόπο με τον οποίο θα σκοράρει απέναντί του. Σίγουρα οι απώλειες των τελευταίων εβδομάδων ειδικά, του έχουν στερήσει ορισμένες δυνατότητες και με την επιστροφή του θα δούμε ένα ακόμη καλύτερο πρόσωπο, τόσο στο αμυντικό όσο και στο επιθετικό κομμάτι, μπαίνοντας στο Top-16.

Όσον αφορά την προσθήκη του Σον Τζέιμς, νομίζω πως είναι γνωστή η αξία του και ιδιαίτερα για τον καιρό που αγωνιζόταν στη Μακάμπι Τελ Αβίβ πριν τον τραυματισμό του. Έκανε μία κακή σεζόν πέρυσι στην Αρμάνι Μιλάνο, σε μία πρώτη προσπάθεια επιστροφής του στο κορυφαίο επίπεδο και αφού είχε αποχωρήσει από το Ισραήλ, αλλά φέτος δείχνει να έχει διαρκώς ανοδική πορεία, όπως φαίνεται από τις εμφανίσεις του με την Μπιλμπάο. Το ζητούμενο από τον Αμερικανό σέντερ, πια, είναι να του δοθεί ο απαραίτητος χρόνος για να μπει στο «πνεύμα» της καινούργιας του ομάδας και πιστεύω ότι είναι μία καλή επιλογή, υπό την έννοια ότι έχει σημαντική ευρωπαϊκή εμπειρία, ενώ έχει πραγματικά μία σπουδαία ευκαιρία να «εκτοξεύσει» ξανά την καριέρα του. Έχουμε, επομένως, τρία βασικά πράγματα που μπορούν να κάνουν επιτυχημένη την επιλογή: τη γνώση, το κίνητρο και τις δυνατότητες. Είναι κατά τη γνώμη μου μία καλή περίπτωση, ως αντικαταστάτης του Πάτρικ Γιανγκ».